Παιδί της επαρχίας, της φτώχειας και της «ξυποληταρίας, μεγάλωσα τα καλοκαίρια σε καλύβες, στημένες σε αμμουδιές, σε μια γωνιά της νησιώτικης γης, με τους ήχους του Μάρκου, του Τσιτσάνη, του Χιώτη, της Μπέλλου, του σερ Μπιθί και, πάνω απ΄ όλους, του Στελλάρα, να διαπερνούν τους τοίχους από «τσιποκάλαμο» (είδος ποταμίσιου καλαμιού), που μας προστάτευαν, από τις καυτές ακτίνες του ήλιου και από τα «αγρίμια» της νύχτας. Τα βράδια, ξαπλωμένος ανάσκελα, στη μαλακή άμμο, μετρούσα τα αστέρια, κάνοντας όνειρα, για ένα αύριο, στην αγκαλιά της ξελογιάστρας Αθήνας.
Ξυποληταρία, ολίγη αλητεία, ανεμελιά και μπάνιο, από νωρίς το πρωΐ, ως το ηλιοβασίλεμα, με μικρά διαλείμματα, στη διάρκεια του μεσημεριού, για ένα κομμάτι ψωμί και μια μπουκιά τυρί, στο πόδι (το τραπέζι και, κυρίως, η καρέκλα ήταν μια πολυτέλεια, που μόνο τα «τζάκια» απολάμβαναν) κυλούσε η ζωή μου. Με τα φιλαράκια, κολυμπούσαμε σαν τα παπιά, στα καταγάλανα νερά της θάλασσας, χωρίς σκοτούρες, προβλήματα, κινητά, τικ-τοκ και λοιπές “ιντερνετικές” αηδίες. Το τηλέφωνο, μόλις είχε εγκατασταθεί, στο καφενείο του μπάρμπα-Κώστα, ενώ η τηλεόραση έφτασε στο χωριό το γλυκοχάραμα της δεκαετίας του ΄70. Τον Νεστορίδη, τον Λουκανίδη και τα λοιπά αστέρια της δεκαετίας του ΄60 γνώρισα μέσα από τις γλαφυρές ραδιοφωνικές περιγραφές του Γιαννακάκου και του Φώσκολου.
Σινεμά; Όταν αποφάσιζε ο κυρ-Σπύρος να στήσει τη μηχανή προβολής, στη κεντρική πλατεία (τρόπος του λέγειν πλατεία, μια χωμάτινη αλάνα ήταν, που στη διάρκεια της ημέρας παίζαμε μπάλα και τσικλίκι) γινόταν πανικός. Έχανε η μάνα το παιδί, το παιδί τη μάνα και η κυρά-Ευλαμπία τον κυρ-Νίκο, που την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια … αλαμπρατσέτα, με την κατάξανθη κομμώτρια, από το γειτονικό χωριό. Η κυρά-Ευλαμπία έκλαιγε, με δάκρυ κορόμηλο, παρακολουθώντας τη Μάρθα, στο αντάμωμά της με το παιδί του λαού, την ώρα που ο κυρ-Νίκος έβγαζε τα μάτια του, απολαμβάνοντας τον μεγάλο, παράνομο, έρωτα της ζωής του.
Για θέατρο, ούτε λόγος. Μια φορά, θυμάμαι, πέρασε ένας θίασος, μπουλούκι το είπαν, από το χωριό και, για μια τριετία, σε ανάμνηση εκείνης της μοναδικής θεατρικής βραδιάς, όλο το χωριό ντυνόταν στα γιορτινά του κι έστηνε χορό, μετ’ οινοποσίας, μέχρι πρωΐας.
Για την πιτσιρικαρία, όμως, τα Σάββατόβραδα του καλοκαιριού είχαν ξεχωριστό χρώμα. Η αυτού εξοχότης ο Καραγκιόζης τιμούσε με την παρουσία του το ξυπόλητο τάγμα της «μαρίδας». Έτσι μας καλησπέριζε ο Αντώναρος (διάσημος καραγκιοζοπαίχτης της εποχής, που έμοιαζε τόσο πολύ με τον Καραγκιόζη, που πιστεύαμε, ότι ήταν «δίδυμος» αδελφός του) Σάββατο κι απόβραδο, με ασετιλίνη (η Χαρούλα δεν είχε ξεκινήσει ακόμα το υπέροχο ταξίδι της και ο γίγαντας Λευτέρης δεν είχε καν επισκεφτεί την Αριστοτέλους). Έστηνε τον μπερντέ του, στο κέντρο της παραλίας και, λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα, άρχιζε ο δικός μας αγώνας, για να πάρουμε θέση στην πρώτη σειρά και να βρεθούμε μια ανάσα, από τους ήρωες του θεάτρου σκιών.
Ο φίλος μου ο Σάκης, βουτηγμένος στη καψούρα από γεννησιμιού του, μια βραδιά μου εκμυστηρεύτηκε, ότι κάθισε τόσο κοντά στο μπερντέ, που άκουσε την καρδιά της βεζυροπούλας να κτυπάει σαν τρελή, για πάρτι του. Κι ήταν τόσο πειστικός, ο άτιμος, που όχι μόνο τον πίστεψα, αλλά ακόμα και σήμερα, αναπολώντας εκείνες τις μαγικές στιγμές, αναρωτιέμαι, μήπως είχε πράγματι ακούσει την καρδιά της πανέμορφης Τουρκάλας.
Κι όταν, με τη βραχνή, χαρακτηριστική, βροντώδη φωνή ο Καραγκιόζης-Αντώναρος μας καλωσόριζε, εκεί να είστε από μια γωνιά να απολαύσετε τις αντιδράσεις της «μαρίδας», τα επιφωνήματα, το γέλιο, τα μπράβο και τα ζήτω, τις κωλοτούμπες στην άμμο, μπροστά στο Μπερντέ. Με την σκόνη της ανεμελιάς, στα ξυπόλητα πόδια και την αλμύρα της θάλασσας, στο γυμνό κορμί μας, αποθεώναμε τον Καραγκιόζη, τα κολλητήρια, τον Χατζηαβάτη τον Μπαρμπαγιώργο, τον σιορ Διονύσιο, ακόμα και τον Βεληγκέγκα.
Τα χρόνια κύλησαν, όπως τα γάργαρα νερά, ο Αντώναρος έγινε γλυκιά ανάμνηση, όπως και ο Σπαθάρης, ο καραγκιοζοπαίχτης, που πήρε τη θέση του Αντώναρου, τις λιγοστές στιγμές, που ως ενήλικας νοσταλγούσα τους παιδικούς μου ήρωες κι αναζητούσα λίγη από τη χαμένη αθωότητα στο θέατρο σκιών. Μια αθωότητα, που χάθηκε, σε δρόμους διαδικτυακούς, μαζί με τα αρώματα από γιασεμί, τους ήχους της νύχτας και τον καραγκιόζ-μπερντέ.
Ο Καραγκιόζης, αυτό το υπέροχο αθώο πλάσμα, είχε χαθεί για πάντα. Στη θέση του, εκατοντάδες μοχθηροί «Καραγκιόζηδες», απαίσιοι, απατεώνες, ρουφιάνοι, κλέφτες και λωποδύτες. Στο διάβα του χρόνου, με πόνο ψυχής, διαπίστωσα, ότι ο «καραγκιόζης» είναι η προσωποποίηση μια κοινωνίας, που μόνο με όρους μπερντέ λειτουργεί και επιβιώνει. Στις πλατείες στους δρόμους, στις ουρές σε τράπεζες, σε δημόσια ταμεία, σε νοσοκομεία, στο ΙΚΑ (νυν ΕΟΠΠΥ) παντού και πάντα ο…καραγκιόζης. «Τέλειωνε, ρε καραγκιόζη», «Που πάς, ρε καραγκιόζη», «καραγκιόζη ξύπνα» «όρσε, Καραγκιόζη». Η οργή και αγανάκτηση κάθε πολίτη βρίσκει διέξοδο και εκτόνωση, μέσω του Καραγκιόζη.
Ζούσα με την ελπίδα, ότι θα βρεθεί ο «επαναστάτης», που θα φώναζε, όπως ο Αρμένης, στην ταινία, «όλα είναι δρόμος»: «Ρίχτο Ηλία, ρίχτο”, αλλά δεν βρέθηκε κι έτσι χάθηκε και η τελευταία ελπίδα να γκρεμιστεί ο « μπερντές», που καταδυναστεύει τη ζωή μας.
Κι έτσι, γέμισε ο τόπος «μπερντέδες». Σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Κρήτη, παντού. Ο Αντώναρος των παιδικών μου χρόνων και ο Σπαθάρης, ο απόλυτος καραγκιοζοπαίχτης, μπορεί να διασκεδάζουν τους “εν Παραδείσω” διαβιούντες, ωστόσο ήταν σπόροι κι άφησαν χιλιάδες «καραγκιόζηδες» πίσω τους. Έκαναν λάθος, όμως, γιατί ο σπόρος ήταν «σκάρτος» έπεσε σε «στέρφα» γη και, αντί για «λουλούδια», φύτρωσαν αγκάθια.
Κι έτσι, όχι μόνο δεν γκρεμίστηκε ο «μπερντές», αλλά στήνονται εκατοντάδες «μπερντέδες», κάθε μέρα. Κυνικοί, ανάλγητοι επαγγελματίες βρήκαν πρόσφορο έδαφος κι έστησαν το «μπερντέ» τους, κυρίως, σε τηλεοπτικούς σταθμούς. «Τηλεοπτικό πάνελ» το λένε και «στούντιο», αλλά ελάχιστα διαφέρει, από τον «Καραγκιόζ-μπερντέ».
Στις μέρες μας, οι …«τηλεκαραγκιόζηδες» δεν έχουν την ανάγκη της ξυπόλητης «μαρίδας». Το «ξυπόλυτο τάγμα της πιτσιρικαρίας» παραχώρησε τη θέση του στη νεολαία του επώνυμου πανάκριβου, αμερικανικής έμπνευσης, αθλητικού παπουτσιού, που χάνεται σε δρόμους διαδικτυακούς, με ένα «σμαρτ» τηλέφωνο στο χέρι.
Είναι χιλιάδες τηλεθεατές, οι εξοικειωμένοι με το θέατρο σκιών, που στηρίζουν σε τέτοιο βαθμό τους πρωταγωνιστές του τηλεκαραγκιόζ – μπερντέ, που τους στέλνουν ακόμα και στην εξουσία. Παρακολουθείστε, με ψυχραιμία, χωρίς παρωπίδες και με γενναιότητα ψυχής, οποιαδήποτε τηλεοπτική εκπομπή. Θα διαπιστώσετε, ότι ο Σπαθάρης, ο Σπυρόπουλος, ο Αντώναρος είναι ερασιτέχνες, συγκρινόμενοι με τους επαγγελματίες του είδους, πολιτικούς, δημοσιογράφους, σχολιαστές και …πανελίστες (φρούτο της εποχής αγνώστου προέλευσης).
Η πρώτη λέξη, που έρχεται στα χείλη, παρακολουθώντας τους τηλεοπτικούς αστέρες είναι: «Τι καραγκιόζης είναι αυτός»; Στις μέρες μας, βέβαια, από σεβασμό και μόνο στον ήρωα της παιδικής μας ηλικίας, αποφεύγουμε τη απαξιωτική χρήση της λέξης «καραγκιόζης». Σταδιακά και από το χάραμα του 21ου αιώνα, η λέξη αντικαταστάθηκε από το «μαλάκας». Που «πας, ρε μαλάκα», «τι κάνεις, ρε μαλάκα», «πίσω, ρε μαλάκα». Ο καραγκιόζης, τώρα πια, χρησιμοποιείται μόνο σε ξεχωριστές περιπτώσεις.
Κυρίως, όταν το πρόσωπο, στο οποίο αναφέρεσαι, κατέχει δημόσιο αξίωμα και δη κυβερνητικό. Μπορείς να αποκαλέσεις «μαλάκα» υπουργό; Ποτέ των ποτών. Τις προάλλες, υπουργός – μαϊντανός εμφανίστηκε σε τηλεοπτικό πάνελ – μπερντέ, χτυπιόταν και τσίριζε, σαν φιγούρα του θεάτρου σκιών, καταγγέλλοντας εκπρόσωπο ενός κόμματος, ζητώντας, μάλιστα, την παραίτησή της. Μετά από τηλεφωνική παρέμβαση της εκπροσώπου, αποδείχθηκε, ότι ο υπουργός είχε άδικο και κακώς ζητούσε την παραίτηση. Το επισήμανε ο ένας εκ των παρουσιαστών. Με μια θεαματική κωλοτούμπα, ο …«καραγκιόζης» (η χρήση της λέξης πάει ασορτί, με την υπουργάρα), χωρίς να ζητήσει συγγνώμη, συνέχισε απτόητος την παράσταση, τυρβάζοντας περί άλλων, σαν να μην συνέβαινε το παραμικρό, ενώ οι παρουσιαστές της εκπομπής παρακολουθούσαν, με βλέμμα Χατζηαβάτη, το ρεσιτάλ χυδαιότητας του καραγκιόζ – υπουργού.
Άπειρα τα παραδείγματα. Καθημερινά και με τέτοια συχνότητα, που το ένα υπερκαλύπτει το άλλο, με αποτέλεσμα να ‘χει μπλοκάρει ο εγκέφαλος του μέσου τηλεθεατή, που παρακολουθεί «περιττώματα» και τα εκλαμβάνει ως λαχταριστούς λουκουμάδες.
Κι όπως συμβαίνει …ολούθε, έτσι και στη τηλεόραση, έχει στηθεί ο … megas μπερντές. Με βασικό πρωταγωνιστή τον Σπάθα- ρη (ουδεμία σχέση, με τον γίγαντα καραγκιοζοπαίχτη του θεάτρου σκιών) και συμπρωταγωνιστές χατζηαβάτηδες, κολλητήρια, μπαρμπαγιώργηδες, σιορ διονύσιους, που παρακολουθούν, κάθε κυριακόβραδο, την πρόζα του Σπάθα- ρη και συμφωνούν, με την εκκωφαντική σιωπή τους. Ουδείς ορθώνει ανάστημα στον mega «καραγκιόζη». Με θρησκευτική ευλάβεια, τα κολλητήρια αντιμετωπίζουν τον …«μπαμπάκο». Ακόμα και ο Μπαρμπαγιώργος, που στο παρελθόν αντιδρούσε και πλάκωνε στις κλωτσιές το «ανηψούδι» του, τώρα κάνει τη …πάπια. Μούγκα στη στρούγκα και συμμόρφωση,προς τας υποδείξεις, γιατί ο χοντρός βεζύρης, κατά πως φαίνεται, δεν αστειεύεται.
Στο ίδιο έργο, πρωταγωνιστής και ο Λανουά, ο γάλλος αρχιδιαιτητής, που ήρθε να βάλει τάξη στον «μπερντέ». Έστησε την παράγκα, για να στεγάσει το δικό του θέατρο σκιών. Παραστάσεις, εκάστην Τρίτην, λίγο μετά το μεσημέρι και, μάλιστα, με σόλντ-άουτ εμφανίσεις. «Ο μονόλογος του Γάλλου αναλυτή», σε σκηνοθεσία Μάκη και σενάριο, υποψιάζομαι, «Ζάρα», γιατί μόνο ένας «λύκος» μπορεί να γράψει κείμενα, που ξεπερνούν ακόμα και την πιο τρελή φαντασία.
Ο Γάλλος πουλάει τρέλα, με την ευκολία που οι πάροχοι ρεύματος ανεβάζουν τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας.
Αν ο κόσμος του ποδοσφαίρου παραμείνει με σώας τας φρένας, μετά το άγριο σφυροκόπημα νεύρων του Λανουά, τότε, η επιστημονική κοινότητα θα έχει ανακαλύψει τη μέθοδο, για να κλείσει τα τρελάδικα.
Ο Γάλλος, λοιπόν, γράφει στα ακριβά γαλλικά του υποδήματα τα αναπάντητα ερωτήματα και τις απορίες του κόσμου και, ως βιολιστής στη στέγη της ΕΠΟ, έχοντας μετατρέψει σε χορδές βιολιού τα νεύρα του κόσμου, παίζει φάλτσες ποδοσφαιρικές νότες. Επιλέγει να σχολιάσει φάσεις, που ελάχιστα απασχολούν, αποφεύγοντας, όπως ο διάολος το λιβάνι, να σχολιάσει εκείνες, που διχάζουν το κόσμο του ποδοσφαίρου. Κι όταν κληθεί να αναμετρηθεί με την αλήθεια, τότε επινοεί εικόνες, που μόνο η «αρρωστημένη» φαντασία του «βλέπει».
Τις προάλλες, είχαν κονταροκτυπηθεί, στα κανάλια – μπερντέδες, οι Σπαθα – ρηδες, με τους Μπαρμπαγιώτηδες, για μια φάση, με πρωταγωνιστή τον Μουκουντί. Οι μεν Σπαθα – ρηδες υποστήριζαν ότι ήταν πέναλτι, οι δε Μπαρμπαγιώτηδες και η Βεζυροπούλα του τηλεοπτικού «ουρανού», ότι δεν ήταν πέναλτι, γιατί το χέρι ήταν σε φυσική θέση. Όλοι συμφωνούσαν, ότι η μπάλα βρήκε το χέρι. Κι ήρθε ο αθεόφοβος …Καραλανουά, την … Τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς και μοίρασε ζουρλομανδύες. Δεν είναι πέναλτι, λάλησε και και είπε, γιατί η μπάλα βρήκε πρώτα το …γοφό του παίχτη. Ο Μπαρμπαγιώτης έπαθε τη πλάκα του. Θεάθηκε στη Μεσογείων, πλησίον των γραφείων της ΕΠΟ, να ψάχνει τη γωνία του …γοφού, όπως ο Μπάμπης ο γκουρού ψάχνει τη γωνία του μπακλαβά. Κι από κοντά, να κλαίει με μαύρο δάκρυ η «Βεζυροπούλα» του τηλεοπτικού «ουρανού», για τη χαμένη …αξιοπιστία της.
Ο Λανουά, έχοντας διαπιστώσει εγκαίρως το μέγεθος του …χαμαιτυπείου, που τον έριξε η άπονη ζωή, του επέλεξε να πουλήσει τρέλα και όπου βγει. Κι έτσι, παρά τη δημόσια κατακραυγή, κτυπάει, καθ’ εκάστην εβδομάδα, όπως ο συμπατριώτης του, ο Αλέν Ντελόν, κτυπούσε, ανελέητα, στην ταινία «Ζορό». Σχολιάζει τα πάντα, εκτός από τις φάσεις που …«καίνε». Τις φάσεις, για τις οποίες «σφάζονται» παλικάρια, τις αφήνει στη κρίση του Σπάθα– ρη, της Βεζυροπούλας και του Μπαρμπαγιώτη.
Μετά από πέντε αγωνιστικές, με τον …Καρα – λανουά να δίνει ρεσιτάλ … «ζαμανφουτισμού», ζω για τη βραδιά που θα αντιδράσουν οι πρωταγωνιστές του θεάτρου σκιών. Που θα ορθώσουν ανάστημα και θα ζητήσουν από τον Σπάθα – ρη να ζητήσει συγνώμη, από τον …Καρα – λανουά και από τον κόσμο του ποδοσφαίρου, γιατί είχε διαφορετική άποψη, από τον Γάλλο αρχιδιαιτητή. Γιατί, δεν μπορεί να έχουν και οι δύο δίκιο. Δεν μπορεί η αλήθεια να κοπεί στη μέση. Οι «τηλεκαραγκιόζηδες» του mega – μπερντέ θα πρέπει να ορθώσουν ανάστημα και να πάρουν θέση. Εκτός κι αν ο Μπαρμπαγιώργης, ο χατζηαβάτης και τα κολλητήρια κωλύονται, κοινώς φιμώνονται, από τον μέγα σουλτάνο, που διαφεντεύει βεζύρηδες και καραγκιόζηδες.
“El profesor“




