Στο Αγρίνιο τους πρόσφυγες οι ντόπιοι τους αποκαλούσαν Αούτηδες, από μελωδικές και τραγουδιστικές εκφράσεις που άκουγαν όπως: «Αούτο το παιδίο», δηλαδή «Ετούτο το παιδί.»
Το 1960 οι γονείς μας φόρτωσαν σ’ ένα φορτηγό κάποια από τα υπάρχοντά τους και ήρθαμε να μείνουμε από το Αγρίνιο στο Καματερό, κοντά στην Πάρνηθα. Ήμουν 10 χρονών. Η φτώχια κι η ανάγκη για μεροκάματο υπήρξαν οι λόγοι αυτού του ξεριζωμού σ’ εκείνα τα μετεμφυλιακά χρόνια. Στο Καματερό ζήσαμε μέσα στην καχυποψία των ντόπιων Αρβανιτών που ήταν κάτοχοι της γης. Εγώ ούτε Αγρινιώτης ένιωθα ούτε και Αθηναίος, εφόσον δεν μπόρεσα να βάλω μέσα μου την έννοια του πρωτευουσιάνου. Και η ντοπιολαλιά μου δεν βοηθούσε στην ενσωμάτωση.
Όμως πάντα έτσι γινόταν. Παλιά οι πόλεμοι με τους Τούρκους, οι σφαγές και οι διωγμοί που ακολούθησαν, υπήρξαν οι αιτίες ώστε πολλές οικογένειες Ελλήνων να ξεριζωθούν από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία, να βρεθούν στη Θράκη, στη Μακεδονία και στην Αθήνα.
Από μικρός ένιωσα πιο κοντά στην έννοια προσφυγιά που είναι ο πυρήνας της Αεκτζίδικης ψυχής. Γιατί κι εμείς πρόσφυγες ήμασταν στην Αθήνα. Πρόσφυγες που δεν μας έδιωξαν από τα μέρη μας οι Τούρκοι, αλλά η φτώχεια και η ανασφάλεια του εμφυλίου που είχε προηγηθεί. Κι ο φόβος των χαφιέδων, της φυλακής και εξορίας που βιώναμε.
Νωρίς εμπέδωσα μέσα μου και την έννοια της μειοψηφίας. Μια μειοψηφία ήταν και η οικογένειά μου στα καπνοχώραφα του Αγρινίου. Ψηφίζαμε στην Αιτωλοακαρνανία και παρόλο που εμείς οι Αριστεροί πρωτοστατήσαμε στην Εθνική Αντίσταση, έναν βουλευτή ποτέ δεν αξιωθήκαμε να βγάλουμε. Οι τίτλοι και οι κυβερνήσεις πήγαιναν στους άλλους.
Μειοψηφία όμως υπήρξαμε και το 1960 στο Αρβανιτοχώρι που βρεθήκαμε, στο Καματερό. Μια φτωχή πενταμελής οικογένεια που ο πατέρας δούλευε στο εργοστάσιο κι η μάνα ύφαινε στον αργαλειό κουρελούδες για τη γειτονιά, είχε να αντιμετωπίσει το στραβοκοίταγμα και την υπεροψία των ντόπιων. Για αυτούς ήμασταν πάντα οι «ΑΛΛΟΙ», «ΟΙ ΞΕΝΟΙ» οι «ΑΟΥΤΗΔΕΣ».
Κι εμείς, οι φίλαθλοι της ΑΕΚ, πάντα θα νιώθουμε σαν «ΑΛΛΟΙ», σαν «ΞΕΝΟΙ» και σαν «ΑΟΥΤΗΔΕΣ» κι ας έχουμε πλέον βγάλει ρίζες εδώ στην Αθήνα και ας γίναμε σαν τα αιωνόβια και καλοϊσκιωτα πλατάνια 100 χρονών!
Εύχομαι άλλα τόσα κι ακόμη περισσότερα. Και ο πλάτανος που φυτεύτηκε πριν από έναν αιώνα να γίνει πελώριο δάσος.
Τάκης Γεράρδης, συγγραφέας
Αθήνα, 2024, μ.Χ.



